Πολύ σημαντικό ρόλο στην έκβαση των ασθενών με λοίμωξη στη ΜΕΘ, και μάλιστα από ανθεκτικό μικροοργανισμό , αποτελεί η πρώτη ώρα, ήτοι το βέλτιστο χρονικό σημείο για την λήψη καλλιεργειών και την έναρξη κατάλληλης εμπειρικής αγωγής. Αν όλα αυτά γίνουν έγκαιρα, η πιθανότητα επιβίωσης είναι 79,9% και μειώνεται κάθε ώρα κατά 8%.
ΜDR παθογόνα είναι τα: Acinetobacter VIM(+), τo οποίο είναι ανθεκτικό στις καρβαπενέμες. Klebsiella VIM(+), KPC(+), ESBLs, το οποίο είναι ανθεκτικό σε καρβαπενέμες και κεφαλοσπορίνες (καρβαπενεμάσες σε ποσοστό 25-50% στην Ελλάδα), VRE, HA-MRSA, Pseudomonas VIM(+). Όλα τα άνωθι συνδυάζονται με αυξημένη θνητότητα και διάρκεια παραμονής στην ΜΕΘ.1-3,14,19,20,22
Η φυματιώδης πλευριτική συλλογή αποτελεί μια σχετικώς συχνή επιπλοκή της φυματιώσεως (ΤΒ), αν και πολύ συχνά υποτιμάται. Σε πληθυσμούς της Αφρικής1-3 ανευρίσκεται σε ποσοστά εγγύς του 30-40%, ενώ σε δυτικούς πολιτισμούς ανευρίσκεται μόνο στο 3-4%. Αυτή η τάση υποτίμησης αυτής της επιπλοκής έχει ως αποτέλεσμα την μετάπτωσή της σε πνευμονική ΤΒ ή ακόμη και σε εξωπνευμονική (εντερική), με ταυτόχρονη αποδρομή της συλλογής (παρομοιάζεται στην βιβλιογραφία με την σύφιλη, λόγω του προτύπου έλευσης-φυγής).
Η επιγονατίδα είναι το μεγαλύτερο σησαμοειδές οστό. Αναπτύσσεται εντός του τένοντα του τετρακεφάλου μυός. Έχει σχήμα τριγωνικό πεπλατυσμένο με την κορυφή προς τα κάτω. Η πρόσθια επιφάνεια έχει σχήμα υπόκυρτο, είναι τραχεία και εμφανίζει πολλές στενές αύλακες, επιμήκεις, που υποδέχονται τις δεσμίδες του τένοντος του τετρακεφάλου. Η οπίσθια επιφάνεια συντάσσεται με τη μηριαία τροχιλία και υποδιαιρείται με μια κάθετη ακρολοφία σε μια μεγαλύτερη έξω και μια μικρότερη έσω αρθρική επιφάνεια. Το κάτω τεταρτημόριο της οπίσθιας επιφάνειας της επιγονατίδας είναι άχονδρο και χωρίζεται από την αρθρική επιφάνεια με μια εγκάρσια γραμμή. Ενώνεται με το λιπώδες σώμα. Στη βάση της επιγονατίδας προσφύεται ο τένοντας του τετρακεφάλου. Στην κορυφή της προσφύεται ο επιγονατιδικός τένοντας, ο οποίος αποτελεί συνέχεια του τένοντα του τετρακεφάλου και φτάνει μέχρι το κνημιαίο κύρτωμα. Στα πλάγια χείλη της επιγονατίδας προσφύονται ο έξω και ο έσω καθεκτικός σύνδεσμος. Είναι προσεκβολές του τένοντα του τετρακεφάλου και καταφύονται στα πλάγια του κνημιαίου κυρτώματος. Η συχνότητα των καταγμάτων της επιγονατίδας είναι ~ 1% των καταγμάτων του σκελετού.
Εγκεφαλική Αιματική Ροή-Ληνός του Ηρόφιλου-Ανατομικές Παραλλαγές: Διαφοροποιούνται ανάλογα με το αν είμαστε δεξιόχειρες ή αριστερόχειρες; Δ. Ν. Μώρης - Ιατρός, Ιατρική Σχολή ΕΚΠΑ
Η κύρια αρτηρία που αιματώνει τον εγκέφαλο είναι η έσω καρωτίδα, που είναι κλάδο της κοινής καρωτίδας. Έχουν περιγραφεί πολλές ανατομικές παραλλαγές που αφορούν την ύπαρξη, την έκφυση, και την θέση της έσω καρωτίδας. Η διάμετρος και το πάχος της φαίνεται ότι εξαρτώνται από το φύλο και το επικρατούν ημισφαίριο, το οποίο σχετίζεται με την δεξιοχειρία ή την αριστεροχειρία. Η αιμάτωση του εγκεφάλου ολοκληρώνεται με τον κύκλο του Willis.Οι παραλλαγές σχετίζονται με την ύπαρξη ελλειμμάτων σε κάποιο μέρος του κύκλου. Οι φλεβώδεις κόλποι συμμετέχουν στην φλεβική αποχέτευση του εγκεφαλικού παρεγχύματος. Είναι χώροι με ενδοθηλιακό τοίχωμα, κείνται εντός της ουσίας της σκληράς μήνιγγας, υποδέχονται το συνολικό αίμα του εγκεφάλου και εκβάλλουν τελικώς στην έσω σφαγίτιδα φλέβα που το επανεισάγει στη συστηματική κυκλοφορία. Συμβάλλουν στον Ληνό του Ηρόφιλου, ο οποίος εμφανίζει αρκετές παραλλαγές, όπως απλασία, διχασμός, έκτοπη εκβολή. Η αιματική ροή σε αυτούς εξαρτάται από την δεξιοχειρία ή την αριστεροχειρία, το αναπνευστικό πρότυπο, το φύλο, την ηλικία και την φυλή. Η αιματική ροή στον Ληνό του Ηροφίλου δεν επηρεάζεται άμεσα από την δεξιοχειρία ή την αριστεροχειρία, όμως φαίνεται πως επηρεάζεται η ροή στους συμβάλλοντες κόλπους. Οι ανατομικές παραλλαγές εξαρτώνται από την ημισφαιρική επικράτηση. Η αξία των παρατηρήσεων έγκειται στην εκτίμηση του αυξημένου κινδύνου αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων, που μπορεί να τεκμηριωθεί μέσω της πραγμάτωσης στατιστικών αναλύσεων για την συσχέτιση της δεξιοχειρίας ή την αριστεροχειρίας με τα αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια.
Η αιμοδυναμική παρακολούθηση του ασθενούς- βαρέως πάσχοντος στην ΜΕΘ αποτελεί την Λυδία Λίθο της θεραπευτικής προσέγγισης τέτοιων ασθενών. Συνίσταται στην μελέτη μιας πλειάδας παραμέτρων και δεικτών, αντιπροσωπευτικών και ενδεικτικών της λειτουργίας-και κατ' επέκταση-της φυσιολογίας ή παθολογίας οργάνων, ιστών και συστημάτων, με κυριότερους εκπροσώπους, το καρδιαγγειακό και το αναπνευστικό σύστημα.1