Πολιτική Υγείας
Συζητήσεις Πολιτικής Υγείας
Στρατηγική της Λισσαβόνας στην Υγεία | Στρατηγική της Λισσαβόνας στην Υγεία |
|
|
| Γράφει ο/η Κεραμάρης Νικόλαος | |
| 19.10.08 | |
Η αγορά του Ιατρικού Δυναμικού στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται από ένα φαινόμενο σχεδόν πρωτοφανές για τα Ευρωπαϊκά δεδομένα: τον εκρηκτικό Ιατρικό πληθωρισμό, γεγονός το οποίο μπορεί να μην εκπλήσσει το μέσο Έλληνα πολίτη, αφού αποτελεί κοινό τόπο η υπερπαραγωγή πτυχιούχων από την τριτοβάθμια εκπαίδευση, αλλά για την Ευρώπη είναι φαινόμενο σχεδόν ανήκουστο, αφού παρατηρείται μάλλον μία σχετική έλλειψη επιστημονικού δυναμικού, η οποία εντείνεται στην Ιατρική λόγω του μεγάλου μήκους και των αυξημένων απαιτήσεων των σπουδών.α. Γενικές παραδοχές Στην Ελλάδα λοιπόν, με βάση τα στοιχεία μίας πρόσφατης συνάντησης ειδικών, ο βέλτιστος αριθμός ιατρών είναι περί των 27.000-28.000 και σίγουρα όχι πάνω από 30.000. Το ιατρικό δυναμικό όμως είναι ήδη υπερδιπλάσιο: με βάση στοιχεία των τελών της προηγούμενης δεκαετίας είχαμε φτάσει τις 60.000, οπότε σήμερα θα ο αριθμός θα πρέπει να πλησιάζει τις 70.000! Είναι προφανές ότι η ιατρική ανεργία δεν είναι επί θύραις, αλλά όπως έδειξε σχετική μελέτη του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών αποτελεί ήδη γεγονός. Η κρίση αυτή πλήττει όμως ιδιαιτέρως τους νεότερους ιατρούς, οι οποίοι αποτελούν και το δυναμικότερο κομμάτι του Ιατρικού Σώματος, αφού είναι εφοδιασμένοι με νέες και επίκαιρες γνώσεις, μετεκπαιδευτική εμπειρία και διάθεση για έρευνα. Η ποσοτικά απρογραμμάτιστη παραγωγή Ιατρικού Δυναμικού στις Ιατρικές Σχολές της Ελλάδος δημιουργεί ένα εξαιρετικά εκπαιδευμένο και εξειδικευμένο επιστημονικό προλεταριάτο, ενώ η ποιοτικά ανεξέλεγκτη εισαγωγή Δυναμικού από Ιατρικές Σχολές της Ανατολικής Ευρώπης καθιστά προβληματική την αξιοπιστία του Ιατρικού Σώματος, αλλά και την αποτελεσματική διαχείριση των υγειονομικών προβλημάτων της κοινωνίας. Όλη αυτή η βαθιά κρίση που συγκλονίζει το Ιατρικό Σώμα, δημιουργεί αβεβαιότητα και ανασφάλεια στους ιατρούς, σε σχέση όχι μόνο με την επίτευξη των επιστημονικών τους σχεδίων, αλλά και με την ίδια την αξιοπρεπή διαβίωσή τους. Αυτό το κλίμα έχει εξαιρετικά αρνητικές επιπτώσεις στο σύστημα υγείας, αφού οι ιδιαιτερότητες της αγοράς της υγείας μετακυλύουν άμεσα τις επιπτώσεις της ιατρικής ανασφάλειας στους ασθενείς-χρήστες των υπηρεσιών υγείας μέσω των γνωστών μηχανισμών της σχέσης αντιπροσώπευσης και της συνακόλουθης προκλητής ζήτησης. Το αναπόφευκτο αποτέλεσμα δεν είναι μόνο η κατασπατάληση των κοινωνικών και ασφαλιστικών πόρων μέσω της εκτίναξης των ελλειμμάτων των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, αλλά και η παροχή μη ικανοποιητικών υπηρεσιών υγείας στους χρήστες. Η ανορθόδοξη αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας των πολιτών μπορεί να οφείλεται είτε σε πλημμελή εκπαίδευση και εμπειρία, είτε σε εφαρμογή μη τεκμηριωμένων επιστημονικώς ιατρικών πρακτικών με μόνο κριτήριο το ίδιον (οικονομικό) όφελος των ιατρών. Η κατακλείδα όμως όλων αυτών των φαινομένων είναι η τελική μείωση της κοινωνικής ευημερίας, αλλά και της ατομικής ποιότητας ζωής μέσω της κακής διαχείρισης τόσο των οικονομικών όσο και των ανθρωπίνων πόρων. Το πλέον ίσως άσχημο φαινόμενο είναι ότι η αδυναμία της πολιτείας και των φορέων να αντιμετωπίσουν τα συσσωρευμένα αυτά προβλήματα οδηγούν το Ιατρικό Σώμα στην παραίτηση και την μοιρολατρία, αλλά και στην υιοθέτηση μίας νοσηρής προσέγγισης νομής και εκμετάλλευσης της κρίσεως στις υπηρεσίες υγείας. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργείται σε σημαντικό τμήμα του Ιατρικού Σώματος μία νοοτροπία αδράνειας και συμβιβασμού, η οποία αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα στη διαδικασία επίλυσης της κρίσης μέσω της αυτοκάθαρσης από τα σεσηπότα τμήματά της και του αναπροσανατολισμού προς τις σύγχρονες εξελίξεις της διεθνούς Ιατρικής Κοινότητας. Δυστυχώς οι αντιδραστικές αυτές συμπεριφορές είναι κατεξοχήν εμφανείς και έντονες στην Ιατρική Εκπαίδευση, αφού τμήμα των συναδέλφων πρωτοστατεί στη διατήρηση αναχρονιστικών θεσμών όπως είναι η λίστα αναμονής για ειδικότητα, ενώ και η ίδια η Ιατρική Εκπαίδευση αντιμετωπίζεται συχνά με όρους χρησιμοθηρίας και δημοσίων σχέσεων αντί για όρους παιδευτικούς. β. Στρατηγική Λισσαβόνας και Υγεία Η Στρατηγική της Λισσαβόνας συνίσταται στη δημιουργία της Κοινωνίας της Γνώσης σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Αποσκοπεί στην αύξηση της κοινωνικής ευημερίας μέσω της αντιμετώπισης της ανεργίας, της αυξήσεως της ανταγωνιστικότητας και της απασχολησιμότητας. Η Στρατηγική της Λισσαβόνας οργανώνεται και υλοποιείται μέσα από 10 (δέκα) θεματικούς άξονες:1 1. Η δημιουργία ευρωπαϊκού χώρου γνώσεων εντός του οποίου οι πολίτες και οι επιχειρήσεις θα έχουν φθηνή και εύκολη πρόσβαση σε ένα παγκόσμιο δίκτυο πληροφόρησης και υπηρεσιών. 2. Η ανάπτυξη μιας ευρωπαϊκής περιοχής έρευνας και καινοτομίας μέσω της ενθάρρυνσης των ερευνητικών δραστηριοτήτων με φορολογικά και άλλα κίνητρα, της δικτύωσης των ερευνητικών φορέων, αλλά και της κινητικότητας των ερευνητών σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. 3. Η δημιουργία ενός περιβάλλοντος φιλικού για τις νέες και καινοτόμες επιχειρήσεις. 4. Οικονομικές μεταρρυθμίσεις για την ολοκλήρωση και αποτελεσματικότητα της ενοποιημένης εσωτερικής ευρωπαϊκής αγοράς. 5. Η δημιουργία αποτελεσματικών και ολοκληρωμένων χρηματο-οικονομικών αγορών. 6. Η εφαρμογή υγιών μακρο-οικονομικών πολιτικών. 7. Η έμφαση στην εκπαίδευση και κατάρτιση, ιδιαίτερα των νέων, των άνεργων και των ψηφιακά-τεχνολογικά «αναλφάβητων» πολιτών. 8. Η δημιουργία περισσότερων και καλύτερων θέσεων εργασίας, με στόχο της αύξηση του συντελεστή απασχόλησης από 61% σε 70% το 2010 και ειδικότερα του συντελεστή γυναικείας απασχόλησης από 51% το 2000 σε τουλάχιστον 60% το 2010. 9. Ο εκσυγχρονισμός των συστημάτων κοινωνικής πολιτικής με στόχο την επαρκή αμοιβή της εργασίας, τη στήριξη των ηλικιωμένων και των ατόμων με ειδικές ανάγκες, την ισότητα των φύλων, την άρση των αποκλεισμών και την ισότιμη πρόσβαση σε ποιοτικές υπηρεσίες υγείας. 10. Η ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής, καταπολέμηση της φτώχειας και ανεργίας, η αναβάθμιση των δεξιοτήτων και η ευρεία πρόσβαση στις γνώσεις και στην αγορά εργασίας. Η έκθεση της υπό τον Willem Kok επιτροπής ενδιάμεσης αξιολόγησης της πορείας υλοποίησης της Στρατηγικής της Λισσαβόνας 2 εντόπισε σημαντικές υστερήσεις και πρότεινε την εστίαση σε 3 (τρεις) κύριους άξονες προτεραιότητας: Α) την προώθηση της έρευνας και καινοτομίας Β) την ανάπτυξη μίας ισχυρότερης κοινωνίας της πληροφορίας Γ) τη δημιουργία ενός καλύτερου επιχειρηματικού περιβάλλοντος Οι ελληνικές υστερήσεις είναι πραγματικά τραγικές: η Κοινωνία της Πληροφορίας υστερεί κατά 31,45% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ο άξονας της Καινοτομίας, Έρευνας και Ανάπτυξης κατά 22%, της Αειφόρου Ανάπτυξης κατά 22,5% και του επιχειρηματικού περιβάλλοντος κατά 20%. Ήδη από το 2004 οι ελληνικές επιδόσεις κατατάσσουν την Ελλάδα όχι μόνο ουραγό μεταξύ των 15 μελών της Ε.Ε., αλλά οι ελληνικές επιδόσεις υπολείπονται και των κυριότερων χωρών της διεύρυνσης (Εσθονία, Σλοβενία, Λετονία, Μάλτα, Τσεχία, Ουγγαρία, Λιθουανία). Αν συνεχίσουμε με το ίδιο πείσμα στην άρνηση συμμετοχής στη μείζονα αυτή Ευρωπαϊκή στρατηγική, τότε σύντομα αντί για ουραγοί των 15 θα καταστούμε ουραγοί των 25. 3 Ποια όμως είναι άραγε η συσχέτιση μεταξύ της Στρατηγικής της Λισσαβόνας και της Υγείας; Ορισμένοι παλαιομοδίτες κρατικιστές θα θεωρήσουν άσχετα τα δύο θέματα στην Ελλάδα όπου τα πάντα ελέγχονται από το πανίσχυρο Σοβιετικού τύπου Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ) και τον πάτρωνά του, το Υπουργείο Υγείας με τους μηχανισμούς του. Μολαταύτα τα τεράστια ελλείμματα του ΕΣΥ, η μειωμένη ικανοποίηση των χρηστών, αλλά και οι χρόνιες ανισορροπίες του Ιατρικού και ευρύτερα υγειονομικού δυναμικού καθιστούν την στρατηγική της Στρατηγικής της Λισσαβόνας επιτακτική στην Υγεία. Οι στόχοι της Στρατηγικής της Λισσαβόνας στην Υγεία πρέπει να είναι: 1. η βελτίωση της απασχολησιμότητας του Ιατρικού και Υγειονομικού Δυναμικού μέσα από μηχανισμούς κατάρτισης, εκπαίδευσης και προσανατολισμού, οι οποίοι θα εγγυώνται τη διαφάνεια, τον κοινωνικό έλεγχο και την ανταγωνιστικότητα αντί της προκλητής ζήτησης και της σχέσης αντιπροσώπευσης. 2. η ανάπτυξη του ανθρώπινου και κοινωνικού κεφαλαίου στην Υγεία ως όρου απαράβατου για την ικανοποίηση των χρηστών μέσα από την παροχή ποιοτικών υπηρεσιών υγείας, αλλά και ως θεμελιώδους λίθου για τη δημιουργία υγιών, ανταγωνιστικών αγορών στο χώρο της υγείας, οι οποίες θα διακρίνονται από σεβασμό στις κοινωνικές ιδιαιτερότητες και προτεραιότητες και θα έχουν ως στόχο την αποτελεσματική διαχείριση των κοινωνικών και ασφαλιστικών πόρων. 3. την ανάπτυξη του ιατρο-φαρμακο-βιοτεχνολογικού κλάδου στην Ελλάδα μέσα από την αγαστή συνεργασία του Δημοσίου (Πανεπιστήμια - Κρατικοί Φορείς Χρηματοδότησης και Έρευνας), παραγωγής (χρηματοδότηση - ανταγωνιστική λειτουργία) και κοινωνικού τομέα (φορείς επιστημονικών κλάδων π.χ. Ιατρικές Εταιρείες - Επιστημονικό Δυναμικό) Ουσιαστικά η Στρατηγική της Λισσαβόνας της Υγείας θα πρέπει να επικεντρωθεί σε δύο θεματικούς άξονες: στη Δια Βίου Εκπαίδευση (Lifelong Learning - LLL) και στην έρευνα - καινοτομία (R + D - Research and Development). Στα πλαίσια αυτής ακριβώς της κεντρικής Ευρωπαϊκής Στρατηγικής εικάζεται ότι μεγάλο τμήμα των Εθνικών μας εισροών για τη Δ΄ Προγραμματική Περίοδο δε θα προέρχεται από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ευρωπαϊκής Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ), αλλά από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο (ΕΚΤ). Το γεγονός αυτό πιθανότατα απεικονίζει τη σημαντικότατη προτεραιότητα, την οποία δίδει η Ε.Ε. στο ανθρώπινο κεφάλαιο έναντι της προτεραιότητας που έδιδε μέχρι τώρα στις υποδομές. Αυτή η εξέλιξη μπορεί να αλλάξει τα δεδομένα και στο χώρο της υγείας, αφού οι διατιθέμενοι πόροι για ριζικές μεταρρυθμίσεις στην οργάνωση, διοίκηση και αποδοτικότητα του χώρου και των Υπηρεσιών είναι σαφώς πολλαπλάσια εκείνων που διετίθεντο σε προηγούμενα Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης (ΚΠΣ). γ. Έρευνα και Εκπαίδευση Μέσα σε αυτό το πλαίσιο είναι αναγκαία η αναπροσαρμογή των πόρων που προορίζονται για τη Δια Βίου Ιατρική Εκπαίδευση, με έμφαση στη Συνεχιζόμενη Ιατρική Εκπαίδευση. Το σημερινό σύστημα των ΚΕΚ των κρατικών νοσοκομείων ουσιαστικά αποτελεί μία «χωματερή» ευρωπαϊκών πόρων όπου διοχετεύονται κονδύλια μέσα από αδιαφανείς διαδικασίες επιλογής και χωρίς καμία απολύτως αξιολόγηση των παραγομένων αποτελεσμάτων. Πιθανότατα η ίδρυση του ΙΚΕΑΔΥ μέσω του πρόσφατου νομοσχεδίου για την ποιότητα των Υπηρεσιών Υγείας να αποτελεί ένα πρώτο βήμα για μία ριζική αναδιάρθρωση του χώρου αυτού. Βέβαια η λειτουργία του ΙΚΕΑΔΥ δεν πρέπει να αναπαράγει μηχανιστικά σοβιετικού τύπου κρατικιστικές αντιλήψεις συγκεντρωτικού προγραμματισμού, αλλά να αποτελεί ένα εργαλείο διαμόρφωσης πολιτικών στο χώρο της κατάρτισης του Ανθρώπινου Δυναμικού στην Υγεία, το οποίο θα έχει ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας με τους φορείς της Υγείας, ώστε να αφουγκράζεται τους προβληματισμούς και τις ανάγκες τους. Τούτο όμως δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί αν δε δημιουργηθούν δίαυλοι επικοινωνίας με τους φορείς εκπροσώπησης των υγειονομικών επαγγελμάτων. Αποτελεί εξαιρετική ατυχία ότι το επί χρόνια σχεδιαζόμενο, και ουσιαστικά έτοιμο από τριετίας, νομοσχέδιο για την Ιατρική Εκπαίδευσης δεν προωθείται προς ψήφιση και υλοποίηση. Το νομοσχέδιο αυτό περιλαμβάνει εξαιρετικά ενδιαφέρουσες διατάξεις για τον ορθολογικό προγραμματισμό του ιατρικού δυναμικού της χώρας, αφού μεταξύ άλλων καταργεί την επονείδιστη «λίστα αναμονής» για την ειδικότητα μέσω της καθιέρωσης συστήματος εξετάσεων για την εισδοχή στο σύστημα ειδικεύσεως. Εξίσου σημαντικές όμως είναι και οι διατάξεις που προβλέπουν την ανάπτυξη ενός κεντρικά συντονισμένου Συστήματος Συνεχιζόμενης Εκπαίδευσης σε εθνικό επίπεδο. Είναι αποκαλυπτικό να σημειωθεί ότι το Εθνικό Συμβούλιο Συνεχιζόμενης Ιατρικής Εκπαίδευσης θα αναθέτει σε τριμελή επιτροπή ανά ειδικότητα τη σύνταξη ενός σχεδίου βασικών προτεραιοτήτων με βάθος τριών έως πέντε ετών. Αυτή πρέπει να είναι η διαλεκτική σχέση μεταξύ των Ιατρικών Εταιρειών και της νόμω κρατούσης Πολιτείας. 4 Η σχέση αυτή αντανακλάται στην πρόθεση του Υπουργείου Υγείας να θεσμοθετήσει, μέσω του νομοσχεδίου για την Ποιότητα και Ασφάλεια των Υπηρεσιών Υγεία,4 το Ανοικτό Φόρουμ Υγείας, το οποίο θα λειτουργήσει ως μία δεξαμενή σκέψης μέσω της γόνιμης ανταλλαγής ιδεών μεταξύ των φορέων της Υγείας, όπως δηλαδή οι Ιατρικές Εταιρείες. Βέβαια η εύρυθμη λειτουργία του οργάνου αυτού συνεπάγεται ότι θα υπάρξει η αναγκαία πολιτική στήριξη, ώστε το Φόρουμ να μην καταντήσει ένα πολύπλοκο γραφειοκρατικό και πολυμελές σχήμα, με μόνο ρόλο τη δια βοής νομιμοποίηση των πολιτικών επιλογών του Υπουργείου. Άλλωστε, η Ποιότητα στις Υπηρεσίες Υγείας είναι πολυπαραγοντική και περιλαμβάνει την ποιότητα των υπηρεσιών, την ποιότητα του ιατρο-τεχνολογικού εξοπλισμού και την ποιότητα της κλινικής φροντίδας. Η σημαντικότερη ίσως και ασφαλώς η δυσκολότερη είναι η ποιότητα της κλινικής φροντίδας, η οποία αποτελεί κατ' εξοχήν προνομιακό χώρο δράσης των επαγγελματικών και επιστημονικών φορέων των γιατρών, αλλά και των άλλων επαγγελματιών της Υγείας. Η κλινική ποιότητα και αριστεία δεν μπορούν να επιτευχθούν χωρίς τη δημιουργία προτύπων κλινικής φροντίδας, τα οποία θα λειτουργούν ως στόχοι, αλλά και ως μέτρα σύγκρισης για την αξιολόγηση. Με πιο τεχνικούς όρους, αποτελεί ύψιστη ανάγκη για το Σύστημα Υγείας στον τόπο μας η εφαρμογή του κλινικού-ιατρικού ελέγχου (clinical-medical audit), ο οποίος αποσκοπεί: 1. στη βελτίωση της ποιότητας της φροντίδας προς τους ασθενείς, 2. τη διαβεβαίωση όλων των εμπλεκομένων μερών (ιατρών, ασθενών, Πολιτείας) ότι επιτυγχάνεται το βέλτιστο υγειονομικό αποτέλεσμα δεδομένων των υφιστάμενων πόρων, 3. στον εντοπισμό των ιατρικών και κλινικών προβλημάτων, οι οποίες πρέπει να βελτιωθούν μέσω της μεταπτυχιακής και συνεχιζόμενης εκπαίδευσης. Όμως ο κλινικός έλεγχος δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς τα πρότυπα κλινικής φροντίδας, όπως αυτά συστηματοποιούνται μέσω των κατευθυντηρίων οδηγιών (guidelines) και των ομοιογενών διαγνωστικών ομάδων DRG's (Diagnosis Related Groups). Κανένα από τα τρία αυτά κεντρικά εργαλεία κλινικής ποιότητας δεν μπορεί να δημιουργηθεί και να λειτουργήσει χωρίς τη συναίνεση και την αποφασιστική συμμετοχή των φορέων των ιατρών και των επαγγελματιών υγείας. Η επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο αποτελεί το βασικότερο εργαλείο για την προώθηση της ποιότητας και της κλινικής αριστείας, αφού η ποιότητα αποτελεί τρόπο ζωής και λειτουργίας, ο οποίος δεν μπορεί να επιτευχθεί με απλές κανονιστικές διατάξεις, αν δε μεταβληθούν ριζικά στάσεις, νοοτροπίες και συμπεριφορές. Η αναβάθμιση της ιατρικής εκπαίδευσης αποτελεί μονόδρομο, όχι μόνο στην κατεύθυνση της βελτιστοποίησης των ιατρικών γνώσεων, αλλά και στην κατεύθυνση της συνεχούς αυτό-βελτίωσης, ιδίως στον τομέα των ανθρώπινων δεξιοτήτων και της στοχοκατευθυνόμενης συμπεριφοράς προς την ποιότητα και την αριστεία. Ειδικά στην Ιατρική Εκπαίδευση υφίσταται μία ιδιαιτερότητα: η εκπαίδευση είναι συνυφασμένη με την έρευνα, ιδίως στις επεμβατικές ειδικότητες (χειρουργικές και μη). Η έρευνα και ο πειραματισμός αποτελούν ουσιαστικό κομμάτι της σωστής εκπαίδευσης του ιατρού, αφού αφενός στο πειραματικό εργαστήριο μπορούν να εξομοιωθούν οι πραγματικές συνθήκες της ανθρώπινης ασθένειας, αφετέρου μέσω της έρευνας μπορούν να ανανεωθούν και επικαιροποιηθούν τόσο η παθοφυσιολογία όσο και η διαγνωστική και θεραπευτική προσέγγιση του ασθενούς (Τεκμηριωμένη Ιατρική). Η Τεκμηριωμένη Ιατρική αποτελεί τυπικό παράδειγμα ανάπτυξης της κοινωνίας της γνώσης και της σύνδεσης της έρευνας και καινοτομίας με την καθ' ημέρα πράξη μέσω της δημιουργίας κατευθυντηρίων οδηγιών (guidelines) Τεκμηριωμένης Ιατρικής Πρακτικής. Η περαιτέρω ανάπτυξη της Τεκμηριωμένης Ιατρικής δημιούργησε το νέο κλάδο της Τεκμηριωμένης Φροντίδας Υγείας, ο οποίος περιλαμβάνει "την παραγωγή, δημοσιοποίηση και πρακτική εφαρμογή δεδομένων, με τελικό σκοπό τη βελτίωση της κλινικής πρακτικής και της διαχείρισης των υγειονομικών υπηρεσιών, ώστε να επιτυγχάνεται η μεγιστοποίηση του οφέλους στην υγεία, με το μικρότερο δυνατό κίνδυνο και κόστος". Η έρευνα όμως έχει σαφέστατα πρωτογενώς τεράστια συμβολή και στη δημιουργία μίας καλύτερης Ευρωπαϊκής και Ελληνικής κοινωνίας με περισσότερη ανταγωνιστικότητα και απασχόληση. Αν εστιάσουμε στο χώρο της Υγείας, τούτο μπορεί να επιτευχθεί μέσω της ανάπτυξης της Ιατρικής Έρευνας προς δύο κατευθύνσεις: α. τη βιο-ιατρική τεχνολογία β.τη φαρμακευτική έρευνα. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι το οικονομικό σύμπλεγμα του ιατρο-φαρμακο-βιοτεχνολογικού κλάδου επαξίως ανταγωνίζεται το σύμπλεγμα γης υψηλής και καινοτομικής τεχνολογίας για την κορυφαία θέση στην παγκόσμια οικονομία. O ιατρο-φαρμακο-βιοτεχνολογικός κλάδος συνίσταται ουσιαστικά από τρεις παραμέτρους. Το ιατρικό τμήμα σχετίζεται με την καθ' εαυτό παραγωγή υγειονομικού προϊόντος μέσω των νοσοκομείων, των ατομικών ιατρείων πρωτοβάθμιας και μη φροντίδας, αλλά και των παρεμβάσεων δημόσιας υγείας. Ο φαρμακευτικός κλάδος σχετίζεται με την μελέτη και διάθεση φαρμακευτικών σκευασμάτων, αλλά και την έρευνα και ανάπτυξη νέων φαρμάκων. Ο κλάδος της βιο-ιατρικής τεχνολογίας σχετίζεται με την ανάπτυξη της τεχνολογίας στη διάγνωση (μοριακή βιολογία, ανοσολογία, απεικονιστική, βιοχημεία, μικροβιολογία), στη θεραπεία (λαπαροσκοπικά και αρθροσκοπικά μηχανήματα, μοσχεύματα, βλαστοκύτταρα, προθέσεις, ρομποτική, τεχνητά μέλη και αρθρώσεις), αλλά και στην αναδιοργάνωση της παροχής φροντίδας υγείας, (e-health, e-learning, ηλεκτρονική διακυβέρνηση, εξοπλισμός νοσοκομείου). Στην Ελλάδα δυστυχώς η βιο-ιατρική έρευνα και τεχνολογία είναι σχεδόν εμβρυώδης και ανοργάνωτη (όχι όμως και ανύπαρκτη χάρη στις άοκνες προσπάθειες μεμονωμένων επιστημόνων και πανεπιστημιακών δασκάλων) λόγω της έλλειψης κεντρικών πολιτικών επιλογών, γεγονός το οποίο αποθαρρύνει τελικά και τις περισσότερες πρωτοβουλίες του Ιδιωτικού Τομέα να χρηματοδοτήσει ανάλογες ερευνητικές προσπάθειες. Δυστυχώς η έρευνα στην Ελλάδα υποχρηματοδοτείται διαχρονικά, με αποτέλεσμα η χώρα μας να βρίσκεται στην 23η θέση επί των 25 χωρών (μαζί με τις χώρες της διεύρυνσης δηλαδή) στο ποσοστό του ΑΕΠ που επενδύεται στην έρευνα, οπότε η αναγωγή είναι προφανής και συντριπτική αναφορικά με την βιο-ιατρική τεχνολογία και έρευνα. Όλα αυτά αποτελούν μία τραγική ειρωνεία, αφού στη χώρα μας υπάρχει ένα τεράστιο συγκριτικό πλεονέκτημα σε σχέση με τις περισσότερες χώρες, τουλάχιστον της Ε.Ε.: η ύπαρξη άφθονου και ικανοποιητικά καταρτισμένου δυναμικού στο χώρο των βιο-ιατρικών επιστημών (ιδίως στην Ιατρική), το οποίο βιώνει συνθήκες ανεργίας, ηθικής και επαγγελματικής απαξίωσης και εν τέλει προλεταριοποίησης. Αυτό το φτηνό, άφθονο και καταρτισμένο δυναμικό μπορεί να λειτουργήσει ως το ιδανικό υπόστρωμα για μία πραγματική ερευνητική έκρηξη. Τα οφέλη τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο από τη δημιουργία ενός πόλου υψηλής εντάσεως ερευνητικής δραστηριότητας στον τομέα της φαρμακευτικής βιομηχανίας και της βιο-ιατρικής τεχνολογίας είναι προφανή. Με αυτόν τον τρόπο μπορεί να αξιοποιηθεί αποτελεσματικά το πλεονασματικό ιατρικό δυναμικό, αλλά και να δοθεί μία σημαντικότατη ώθηση στην ελληνική οικονομία μέσα από επενδύσεις σε ένα εξαιρετικής σημασίας τομέα αιχμής. δ. Ο Ρόλος των Ιατρικών Εταιρειών Σε αυτό το δυναμικό και εξελισσόμενο σκηνικό, οι Ιατρικές Εταιρείες έχουν έναν κομβικό ρόλο μέσω της λειτουργίας τους ως θεματοφυλάκων των επαγγελματικών δικαιωμάτων των ιατρών (Professional Boards). Η πιστοποίηση των επαγγελματικών δικαιωμάτων των ιατρών όμως αποτελεί και ουσιαστικά το ευρωπαϊκό διαβατήριο για την ελεύθερη διακίνηση των ιατρών τόσο ως επιστημόνων - ερευνητών όσο και ως επαγγελματιών. Ειδικά στη χώρα μας, η οποία βαρύτατα υποφέρει από ιατρικό πληθωρισμό σε όλες τις βαθμίδες (φοιτητές, ειδικευόμενους, ειδικευμένους), η δυνατότητα ελεύθερης μετακίνησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να αποτελέσει σημαντική διέξοδο και βαλβίδα εκτόνωσης, ειδικά αν λάβουμε υπ' όψη μας τη σχετική έλλειψη ιατρικού δυναμικού σε αρκετές χώρες της Δυτ. Ευρώπης. Βέβαια, η λογική αυτή μπορεί να εξελιχθεί σε δίκοπο μαχαίρι, διότι οι δυσμενείς επαγγελματικές προοπτικές στην Ελλάδα θα αναγκάσει σε μετανάστευση κατ' εξοχήν το ποιοτικότερο τμήμα του ιατρικού δυναμικού μέσω του φαινομένου του λεγομένου 'brain drain'. Όπως και να έχει, ακόμη και η δυνατότητα παροδικής μετάβασης στο εξωτερικό για μετεκπαίδευση ή υπο-εξειδίκευση μπορεί να καταστεί εξαιρετικά προβληματική χωρίς συμμόρφωση προς τα πανευρωπαϊκώς κρατούντα. Ιδιαιτέρως σήμερα η πιστοποίηση γίνεται συνεχώς σημαντικότερη, αφού περιλαμβάνει όχι μόνο τις μέχρι τώρα ειδικότητες, αλλά και τις αναπτυσσόμενες υπο-ειδικότητες. Οι Ιατρικές εταιρείες ως Professional boards θα μπορούν στο εγγύς μέλλον να πιστοποιούν την ικανότητα ενός γιατρού να πραγματοποιεί ένα συγκεκριμένο εύρος επεμβατικών τεχνικών (χειρουργικών, θεραπευτικών και διαγνωστικών) μέσω ενός τίτλου τύπου Master, αφού έχει συγκεντρώσει ένα συγκεκριμένο αριθμό εκπαιδευτικών μονάδων θεωρητικής και πρακτικής εξάσκησης σε πιστοποιημένο κέντρο. Η Συνεχιζόμενη Εκπαίδευση αποτελεί βασικό όρο για την επικύρωση των επαγγελματικών δικαιωμάτων σε όλο το βάθος της μακράς επιστημονικής και επαγγελματικής δραστηριότητας των ιατρών (revalidation), άρα οι Ιατρικές Εταιρείες έχουν σημαίνοντα ρόλο στη διαμόρφωση των προτεραιοτήτων της Συνεχιζόμενη Ιατρικής Εκπαίδευσης τόσο ανά ειδικότητα όσο και σε γενικό επίπεδο (όπως άλλωστε εικάζεται ότι προβλέπει και το υπό διαμόρφωση νομοσχέδιο για την Ιατρική Εκπαίδευση). Σε πολλές υγειονομικώς προηγμένες χώρες η διαδικασία επικύρωσης των επαγγελματικών δικαιωμάτων των γιατρών αποτελεί κεντρική στρατηγική επιλογή για τη διασφάλιση της ποιότητας των υπηρεσιών υγείας, αλλά και της ασφάλειας των ασθενών. Στη Μεγ. Βρετανία η δυνατότητα άσκησης ιατρικού επαγγέλματος θα επανακρίνεται ανά πενταετία με βάση την κλινική απόδοση του γιατρού, αλλά και τη συμμετοχή του σε οργανωμένα προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης και αυτό-βελτίωσης. Στις ΗΠΑ συζητείται ακόμη και το ενδεχόμενο επανάληψης των εξετάσεων λήψης ειδικότητας ανά πενταετία κατά τη σταδιοδρομία κάθε ειδικευμένου γιατρού. Επομένως η επικύρωση και η επαναπιστοποίηση των επαγγελματικών δικαιωμάτων των γιατρών θα αποτελέσει το κεντρικότερο ίσως σημείο αναφοράς για τις Ιατρικές εταιρείες του Ελληνικού χώρου μέσα από τη συνολική αναδιοργάνωση της Δια βίου μάθησης στην Ιατρική μέσα από το διάλογο με το Υπουργείο Υγείας (για τη μεταπτυχιακή - ειδικότητα και υπο-ειδικότητα - και τη συνεχιζόμενη εκπαίδευση) και το Υπουργείο Παιδείας (για την προπτυχιακή εκπαίδευση). Υπό αυτή την έννοια οι Ιατρικές Εταιρείες έχουν μία οργανική σύνδεση με το ΙΚΕΑΔΥ και όλες τις προσπάθειες κατάρτισης του Ιατρικού Δυναμικού. Λογική απόρροια αυτής της διαπίστωσης είναι η προφανής ανάγκη δημιουργίας συνεργασίας (μέχρι και του επιπέδου των Συνεργασιών Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα - ΣΔΙΤ) μεταξύ πολιτείας (πρώτου τομέα) και Ιατρικών Εταιρειών (φορέων της κοινωνικής οικονομίας - τρίτος τομέας). Εξίσου κομβική είναι η θέση των Ιατρικών Εταιρειών σε σχέση με τα θέματα κλινικής ποιότητας στα συστήματα Υγείας. Οι Ιατρικές Εταιρείες είναι απολύτως υπεύθυνες για τη δημιουργία κατευθυντήριων οδηγιών (guidelines) και κλινικών αλγορίθμων διάγνωσης και θεραπείας βασισμένων στην Τεκμηριωμένη Ιατρική (Evidence-Based Medicine). Κατ' αυτόν τον τρόπο προκύπτει η οργανική διασύνδεση μεταξύ των προβλεπόμενων, από το νομοσχέδιο για την ποιότητα, οργάνων ελέγχου για την ποιότητα των Υπηρεσιών Υγείας και των Ιατρικών Εταιρειών. Αφετέρου οι Ιατρικές Εταιρείες έχουν ένα διόλου αμελητέο ρόλο στην βιο-ιατρική έρευνα. Η ανάπτυξη του τομέα αυτού χρειάζεται την αγαστή συνεργασία των πανεπιστημίων (για την παροχή ερευνητικού - επιστημονικού δυναμικού), του ιδιωτικού τομέα (για τη διασύνδεση με την παραγωγή και τη χρηματοδότηση), του δημοσίου (για τη θεσμική κατοχύρωση των Συνεργασιών Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα - ΣΔΙΤ), για την παροχή κινήτρων προς τον ιδιωτικό τομέα και τη χρηματοδότηση), αλλά και των Ιατρικών Εταιρειών (ως εκπροσώπων των μη ακαδημαϊκών ερευνητών ιατρών). Δεν πρέπει να λησμονείται ότι η υποστήριξη της συνεργασίας του δημόσιου και του παραγωγικού τομέα (ιδιωτικού και κοινωνικού) αποτελεί μία από τις βασικότερες επιλογές της Στρατηγικής της Λισσαβόνας. Προς αυτή την κατεύθυνση είναι εξαιρετικά σημαντικές οι νομοθετικές πρωτοβουλίες της Πολιτείας προς την κατεύθυνση των Συνεργασιών Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ). Στην Υγεία οι δυνατότητες Συνεργασιών Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα είναι πολλαπλές: το ενδιαφέρον των Ιατρικών Εταιρειών δε στρέφεται στη δημιουργία νέων νοσηλευτικών μονάδων, αλλά στη δημιουργία εκπαιδευτικών μονάδων και ερευνητικών κέντρων. Η εκπαίδευση και η έρευνα συμπεριλαμβάνεται στους ιδρυτικούς στόχους της Ανώνυμης Εταιρείας Μονάδων Υγείας (ΑΕΜΥ) Α. Ε., του κύριου ίσως εργαλείου υλοποίησης Συνεργασιών Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ) στην Υγεία. Οι χώροι του ημιτελούς Ιδρύματος Ιατρικής Βιβλιοθήκης, η οποία εποπτεύεται από την Ιατρική Εταιρεία Αθηνών, και το επιστημονικό δυναμικό των Ιατρικών εταιρειών, ως θεσμικών επαγγελματικών εκπροσώπων των γιατρών, σε συνεργασία με την ΑΕΜΥ Α. Ε. μπορούν να παράξουν εντυπωσιακά και πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα τόσο στο χώρο της εκπαίδευσης (κατ' εξοχήν χώρο δραστηριοποίησης των Ιατρικών Εταιρειών), αλλά και της έρευνας. Η δημιουργία ενός πρότυπου Κέντρου Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΚΕΚ) και εν συνεχεία Ινστιτούτου Δια Βίου Εκπαίδευσης (ΙΔΒΕ) μπορεί να είναι ένα νέο και άμεσο βήμα. Στο χώρο της πρότυπης αυτής εκπαιδευτικής μονάδας μπορεί να γίνεται η επεξεργασία των κατευθυντηρίων οδηγιών (guidelines) και των DRG's, αλλά και από αυτό να συντονίζεται και να εξακτινώνεται ο κλινικός έλεγχος (audit). Η πρόνοια στην Δ΄ Προγραμματική περίοδο του ΚΠΣ για χρηματοδότηση αυτών των δράσεων αυτών μπορεί να γίνει μέσα από πολλαπλές πηγές: 1. την τακτική χρηματοδότηση και έσοδα της ΑΕΜΥ Α. Ε., 2. τη διεκδίκηση ευρωπαϊκών προγραμμάτων για κατάρτιση και έρευνα, 3. τις προκηρύξεις της Γεν. Γραμματείας Έρευνας & Τεχνολογίας για την έρευνα και τη δημιουργία νέων πόλων καινοτομίας, 4. την αυξημένη χρηματοδότηση των δράσεων δημιουργίας εταιρειών 'τεχνοβλαστών' (spin off), 5. τη σχεδιαζόμενη ίδρυση των Ινστιτούτων Δια βίου Εκπαίδευσης (ΙΔΕ) ως επιστέγασμα της λειτουργίας των ΚΕΚ. Ιδίως το μοντέλο των τεχνοβλαστών μπορεί να είναι εξαιρετικά υποσχόμενο, αν λάβουμε υπ' όψη μας ότι υπάρχουν σημαντικές σχετικές πρόνοιες σε πολλά ΠΕΠ, αλλά και στο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα "Ανταγωνιστικότητα" του Υπουργείου Ανάπτυξης. Σε αυτό το σημείο είναι σημαντικό να μνημονεύσουμε ιδιαιτέρως το ΕΚΕΒΕ "Α. Φλέμιγκ", το οποίο αποτελεί μία σημαντικότατη ερευνητική κυψέλη στο χώρο της βασικής ιατρικής και βιολογικής έρευνας και έχει σημαντικά έσοδα από την παραγωγή καινοτομικών προϊόντων υψηλής προστιθέμενης τεχνολογικής αξίας, σε τέτοιο βαθμό, ώστε να προγραμματίζει επέκταση των εγκαταστάσεών του και δημιουργία τεχνοβλαστού (spin off) για την καλύτερη εκμετάλλευση των εμπορικών δικαιωμάτων των ερευνητών του. Όλα τα σχετικά με την έρευνα προτεινόμενα έχουν εξαιρετικά μεγάλη συνάφεια με τους σχεδιασμούς του Υπουργείου Ανάπτυξης για τη δημιουργία νέων Πόλων Καινοτομίας, Έρευνας και Τεχνολογίας. Συμπεράσματα για τη στρατηγική της Λισαβόνας στη Υγεία Οι προτάσεις του γράφοντα (σε σχέση και με την ενασχόλησή του με το χώρο των Ιατρικών Εταιρειών) για την εξειδίκευση της Στρατηγικής της Λισσαβόνας στην Υγεία συμποσώνονται στα εξής: Α) Η ανάγκη στενότερης συνεργασίας Πολιτείας και Ιατρικών Φορέων (πχ Εταιρειών, Συλλόγων κλπ). Β) Στο χώρο της Συνεχιζόμενης Ιατρικής Εκπαίδευσης οι Ιατρικές Εταιρείες διαθέτουν αξιόλογη εμπειρία (μέσω της οργάνωσης του 90% και πλέον των ιατρικών εκδηλώσεων), αλλά και κεντρικότατο θεσμικό ρόλο ως Professional Boards. Οι Ιατρικές Εταιρείες προτείνουν τη συνεργασία τους προς το ΙΚΕΑΔΥ με στόχο τη δημιουργία ενός πρότυπου ΚΕΚ (σε συνεργασία με δημόσιο φορέα π.χ. ΑΕΜΥ), το οποίο μπορεί να μετεξελιχθεί και σε φορέα ανάλογο των σχεδιαζόμενων Ινστιτούτων Δια Βίου Εκπαίδευσης (ΙΔΕ). Με αυτόν τον τρόπο μπορεί να προκύψει ένα ευρύ φάσμα εκπαιδευτικών δράσεων, το οποίο μπορεί να κυμαίνεται από απλές μετεκπαιδευτικές δράσεις επαγγελματικής κατάρτισης (τύπου ΚΕΚ) έως και χορήγηση μετεκπαιδευτικών τίτλων (τύπου Master) για την πιστοποίηση στις ιατρικές υπο-ειδικότητες. Γ) Οι Ιατρικές Εταιρείες μπορούν να συμβάλλουν ουσιαστικά στην πιστοποίηση της ποιότητας της κλινικής φροντίδας στις Υπηρεσίες Υγείας, κατά παραπλήσιο τρόπο προς εκείνο του ΕΚΕΒΥΛ στη βιο-τεχνολογική πιστοποίηση της ποιότητας των Υπηρεσιών Υγείας. Η παραγωγή των κατευθυντηρίων οδηγιών, των αλγορίθμων κλινικής απόφασης, η προώθηση της Τεκμηριωμένης Ιατρικής και η οργάνωση των clinical audits μπορεί να υποβοηθηθεί από τη λειτουργία του Ιδρύματος Ιατρικής Βιβλιοθήκης υπό την εποπτεία της Ιατρικής Εταιρείας Αθηνών, όπου θα μπορούσαν να στεγαστούν πολλές μονάδες και όργανα του νέου Εθνικού Συστήματος Ποιότητας στις Υπηρεσίες Υγείας. Δ) Η υψηλή προτεραιότητα στην κατάρτιση και την έρευνα στην Υγεία μέσω της Στρατηγικής της Λισσαβόνας πρέπει να αποτελέσει ύψιστη προτεραιότητα στη Δ΄ Προγραμματική Περίοδο. Σημαντικότατες πρωτοβουλίες στο χώρο ιδίως της βιο-ιατρικής έρευνας είναι αναγκαίες άμεσα για Συνεργασίες Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ), στις οποίες οι Ιατρικές Εταιρείες μπορούν και θέλουν να συμβάλλουν. Ακόμη πιο κομβικός είναι ο ρόλος των Ιατρικών Εταιρειών στην κατάρτιση και την πανευρωπαϊκή πιστοποίηση του Ιατρικού Δυναμικού. Εν κατακλείδι οι επενδύσεις στη βιο-ιατρική έρευνα και κατάρτιση αποτελούν μέγιστη εθνική προτεραιότητα τόσο μέσω εθνικών πόρων όσο και μέσω του Δ΄ ΚΠΣ. Βιβλιογραφία: 1. Υπουργείο Ανάπτυξης, Ειδική Γραμματεία για την ανταγωνιστικότητα 2. "Στρατηγική της Λισσαβόνας", Ιανουάριος 2005, www.ypan.gr 3. Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Νομοσχέδιο για την Ιατρική εκπαίδευση, Ιανουάριος 2004, www.ypyp.gr , www.mohaw.gr 4. Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Πρόταση νόμου για την ποιότητα και ασφάλεια των υπηρεσιών υγείας και το εθνικό σύστημα πληροφοριών υγείας, Μάρτιος 2005, www.ypyp.gr, www.mohaw.gr |
|
| Τελευταία ανανέωση ( 19.10.08 ) |
| < Προηγ. | Επόμ. > |
|---|
| Διαβάστε εδώ τα αποτελέσματα της πρόσφατης έρευνας της ΕΝΙΕΥ για την επαγγελματική εξουθένωση των ειδικευομένων ιατρών. |