Skip to content

Green color

Narrow screen resolution  Wide screen resolution  Increase font size  Decrease font size  Default font size  Skip to content Default color Pink color Green color Green color
Αρχική σελίδα arrow Ιατρική Εκπαίδευση arrow Προτάσεις arrow Η αξία της Ιατρικής Εκπαίδευσης (Ι.Ε) στην ποιότητα και αποδοτικότητα των υπηρεσιών υγείας
Η αξία της Ιατρικής Εκπαίδευσης (Ι.Ε) στην ποιότητα και αποδοτικότητα των υπηρεσιών υγείας Εκτύπωση E-mail
Γράφει ο/η Νικόλαος Κεραμάρης   
01.10.06

Κατεβάστε το πρόγραμμα της συζήτησης (358kb) κάνοντας κλικ εδώ.

 

Εισαγωγή

Το ανθρώπινο δυναμικό στην Υγεία χαρακτηρίζεται από υψηλή εξειδίκευση και ένταση εργασίας. Ιδιαίτερα δε το ιατρικό δυναμικό, το οποίο διακονεί μία επιστήμη εξαιρετικά δυναμική και ραγδαία μεταβαλλόμενη. Η δια βίου μάθηση στις υγειονομικές επιστήμες και ιδιαιτέρως στην ιατρική επιστήμη αποτελεί μία από τις βασικότερες προϋποθέσεις για τη διασφάλιση υψηλού επιπέδου παροχής υπηρεσιών υγείας. 

ImageΌμως θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι η δια βίου μάθηση αποτελεί κοινωνική και επιστημονική ανάγκη και όχι συντεχνιακό αίτημα ή ελιτίστικη προσέγγιση του ιατρικού σώματος. Συνεπώς θα πρέπει να κατοχυρωθεί και να υλοποιείται με κοινωνικά αποδεκτούς όρους και όχι με όρους αυτοπροβολής, ναρκισσισμού ή εγωισμού των γιατρών. Κατά γενική ομολογία η Ιατρική Εκπαίδευση (Ι.Ε.) είναι εξαιρετικά σημαντική για τους γιατρούς, αφού εγγυάται την επαγγελματική, επιστημονική και οικονομική εξέλιξή τους, αλλά ταυτόχρονα είναι ηθική και νομική υποχρέωση του ιατρικού σώματος καθώς η αποτελεσματικότητά του έργου που προσφέρει δεν αποτιμάται απλώς με αριθμούς αλλά με ανθρώπινες ζωές.

Υπό την οπτική της άμεσης εμπλοκής και σύνδεσης της κοινωνίας με τις υπηρεσίες υγείας, θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η Ι.Ε. επηρεάζει άμεσα το πιο σημαντικό, ίσως, αγαθό για κάθε άνθρωπο, το αγαθό της υγείας και συνεπώς κατ' επέκταση, το ύψιστο αγαθό της κοινωνικής ευημερίας. Κατά συνέπεια, η κοινωνία ως χρήστης, ως χρηματοδότης αλλά και ως τελικός κριτής των υπηρεσιών υγείας, δεν μπορεί παρά να έχει λόγο στο σχεδιασμό και τον προγραμματισμό της Ι.Ε. Ταυτόχρονα όμως και το ιατρικό δυναμικό δικαιούται να ζητήσει δέσμευση σημαντικών οικονομικών, υλικών, αλλά και έμψυχων πόρων με στόχο την αποτελεσματικότητα, την αποδοτικότητα και την ποιότητα στις υπηρεσίες υγείας και γνώμονα την προαγωγή του επιπέδου ζωής των πολιτών και την ομαλή κοινωνική λειτουργία. Συμπερασματικά, η Ι.Ε. δεν αποτελεί μόνο μέσο για αποτελεσματική παροχή ιατρικής περίθαλψης, αλλά σχετίζεται με την αποτελεσματικότερη χρήση των υγειονομικών πόρων και την τελική ικανοποίηση του χρήστη-πολίτη-ασθενή και της κοινωνίας συνολικά.

Η πολυδιάστατη προσέγγιση της Ι.Ε. απουσιάζει συνήθως από τα μείζονα Ιατρικά fora και ακριβώς για αυτό οργανώσαμε στο 31ο ΕΠΙΣ την προαναφερθείσα διεταιρική συζήτηση, η οποία ως στόχο είχε την ψύχραιμη και ισορροπημένη προσέγγιση των συγχρόνων εξελίξεων στην Ι.Ε. τόσο μέσα από το πρίσμα της παραδοσιακής ιατρικής προσέγγισης όσο και μέσα από το πρίσμα των Οικονομικών της Υγείας και των Πολιτικών της Υγείας. Η συζήτηση οδήγησε σε ενδιαφέρουσα ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των εκπροσώπων της Ιατρικής Κοινότητος, η οποία έγινε ακόμα πιο επίκαιρη και ουσιαστική λόγω της συγκυρίας της δημόσιας διαβούλευσης για το σχέδιο νόμου που αφορά την ασφάλεια και την ποιότητα των Υπηρεσιών Υγείας. Τα συμπεράσματα της διεταιρικής αυτής συζήτησης παρουσιάζονται εδώ, σε σχέση και με το υπό συζήτηση νομοσχέδιο, ως κατάθεση των σκέψεων και των απόψεων των Ιατρικών Εταιρειών και ιδιαιτέρως εκείνων που επικεντρώνονται στην Ι.Ε., όπως η Ιατρική Εταιρεία Αθηνών, η Εταιρεία Νέων Γιατρών και Επιστημόνων Υγείας, η Ελληνική Εταιρεία Μελέτης Ιατρικής Εκπαίδευσης και η Εταιρεία Ιατρικών Σπουδών.

Βασικά σημεία της συζήτησης

Οι βασικές αρχές της Ι.Ε. δεν μπορεί να είναι διάφορες από εκείνες της γενικής εκπαίδευσης. Η εκπαίδευση βασίζεται στο λεγόμενο «εκπαιδευτικό σπείραμα»: στοχοθέτηση, υλοποίηση, αξιολόγηση. Τα ερωτήματα προκύπτουν αβίαστα:

§ Υπάρχει όραμα και στρατηγική για την Ι.Ε. στην Ελλάδα;

§ Υπάρχουν συγκεκριμένοι στόχοι και μέθοδοι υλοποίησής τους; Και αν ναι, ποιοί είναι;

§ Οι όποιες προσπάθειες συνοδεύονται από ολοκληρωμένο σχεδιασμό για την επίτευξη βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων στόχων;

§ Έχει προβλεφθεί αξιολόγηση των αποτελεσμάτων και κριτική αποτίμηση της όλης μεθοδολογίας με στόχο τη συνεχή ποιοτική βελτίωση;

Δυστυχώς η απάντηση είναι αρνητική σε όλα τα ερωτήματα, αφού απουσιάζει προφανώς το όραμα της Ι.Ε., οι στόχοι και ο εθνικός προγραμματισμός. Η δε αξιολόγηση δεν μπορεί να επιτευχθεί ούτε σε πιο προφανή ζητήματα όπως η Ανώτατη Παιδεία, οπότε στην Ι.Ε. μάλλον αποτελεί ουτοπία. Βέβαια, η συζήτηση κατέστησε σαφές ότι χρειάζεται νέα στρατηγική και εθνικός σχεδιασμός και όχι εθνικός γραφειοκρατικός στραγγαλισμός. Ο ρόλος του εθνικού σχεδιασμού συνίσταται στην καταγραφή, ιεράρχηση των εθνικών στόχων και αναγκών και τη δημιουργία του κατάλληλου οργανωτικού και θεσμικού πλαισίου για την υλοποίησή τους. Παράλληλα θα προβλέπει την παροχή αρμοδιοτήτων, εργαλείων και πόρων καθώς και την απαιτούμενη ευχέρεια κινήσεων στους φορείς της Ι.Ε., είτε αυτοί είναι τα κατά τόπους νοσοκομεία, Κ.Υ., Πε.Σ.Υ.Π. (Δ.Υ.ΠΕ.) ή Ιατρικοί Σύλλογοι είτε αυτοί είναι οι κλαδικές Ιατρικές Εταιρείες ή οι επαγγελματικές οργανώσεις των γιατρών. Σε αυτό το σημείο είναι αξιοσημείωτη η προσέγγιση που περιλαμβάνεται στο Σχέδιο Νόμου για την εκπαίδευση, που συνέταξε το ΚΕΣΥ υπό τον κ. Λαμπίρη, σύμφωνα με την οποία θα πρέπει στα πλαίσια του Εθνικού Συμβουλίου Συνεχιζόμενης Ιατρικής Εκπαίδευσης να δημιουργείται τριμελής επιτροπή υποδεικνυόμενη από κάθε κλαδική εταιρεία, η οποία θα εξειδικεύει τους εθνικούς στόχους σε εκπαιδευτικούς στόχους ανά ειδικότητα με ορίζοντα 3ετίας ή 5ετίας.

Δεν πρέπει επίσης να ξεχνούμε ότι ειδικά στη συνεχιζόμενη και μεταπτυχιακή εκπαίδευση έχουμε να κάνουμε με ενήλικες και μάλιστα αρκετά ώριμους, ώστε να αντιληφθούν και οι ίδιοι τα μαθησιακά τους κενά. Ωστόσο δεν ισχύει το ίδιο στην προπτυχιακή Ιατρική Εκπαίδευση, όπου η μαθησιακή διαδικασία έχει εκλεκτικές συγγένειες με τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και σίγουρα πάντως δε χαρακτηρίζεται από την εξατομίκευση και την έμφαση στην αυτοεκπαίδευση, όπως στη μεταπτυχιακή (κατά την ειδικότητα) και κατ' εξοχήν στη συνεχιζόμενη Ι.Ε. Γι? αυτό το λόγο η συζήτησή μας στις 18 Μαΐου περιστράφηκε κυρίως γύρω από τη μεταπτυχιακή και τη συνεχιζόμενη Ι.Ε. (άλλωστε η προπτυχιακή Ι.Ε. εμπίπτει στις αρμοδιότητες του Υπουργείου Παιδείας).

Σ' αυτήν αναλύθηκαν οι θεωρίες μάθησης ενηλίκων (adult learning theories) και οι απορρέουσες εκπαιδευτικές διαδικασίες ενεργητικής μάθησης. Όπως σχολιάσθηκε από αρκετούς ομιλητές η συνεχιζόμενη Ι.Ε. στην Ευρώπη, συμβαδίζοντας με τις ευρύτερες πολιτικές της Ε.Ε. για τη δια βίου μάθηση, θέτει στο κέντρο της μαθησιακής διαδικασίας τον εκπαιδευόμενο και όχι τον εκπαιδευτή (student-based learning). Επίσης στην Ευρώπη, με βάση και τις αποφάσεις πανευρωπαϊκών ιατρικών οργάνων όπως η UEMS (European Union of Medical Specialists) και η CPME (Standing Committee of European Doctors), η Συνεχιζόμενη Ι.Ε. (CME) ενσωματώνεται στην ευρύτερη έννοια της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Ανάπτυξης (CPD) ως «CME/CPD». H CPD δε σχετίζεται μόνο με την αύξηση των ιατρικών γνώσεων, αλλά και με τη βελτίωση των ατομικών δεξιοτήτων, του χαρακτήρα, την αλλαγή των στάσεων και των συμπεριφορών, την συνολική εν τέλει αντιμετώπιση του γιατρού όχι μόνον ως επαγγελματία, αλλά ως επιστήμονα, ως πολίτη, ως ανθρώπου, ως κοινωνικού λειτουργού. Είναι προφανές ότι με αυτόν τον τρόπο η CME/CPD καθίσταται βασικό εργαλείο για τη μεταβολή των στάσεων και των συμπεριφορών αλλά και των ιατρικών και ανθρωπίνων-επικοινωνιακών δεξιοτήτων προς την κατεύθυνση της αποτελεσματικότητας, της αποδοτικότητας και της κοινωνικής τελεσφορίας, άρα προς την κατεύθυνση της ποιότητας και ασφάλειας των Υπηρεσιών Υγείας. Επίσης επισημάνθηκε η ανάγκη να αποκτήσει πρόσθετους εκπαιδευτικούς προσανατολισμούς το Ελληνικό Σύστημα Υγείας μέσα από τις πολλαπλές του εκφάνσεις (ΕΣΥ-ΔΥΠΕ, Νοσοκομεία, Κ.Υ., Ιδιωτικά Νοσηλευτήρια και Ιατρεία, ΙΚΑ κ.λπ) ώστε όλοι οι υγειονομικοί οργανισμοί να γίνουν «μαθησιακά προσανατολισμένοι» ("learning organizations").

Η συζήτηση στις 18 Μαΐου δεν περιορίστηκε στην περιγραφή του πλαισίου αναφορά της Ι.Ε., αλλά επεκτάθηκε και σε ορισμένα βασικά εργαλεία συσχέτισης της Ι.Ε. με την αποτελεσματική και αποδοτική λειτουργία των Υπηρεσιών Υγείας. Κατ' αρχήν αναλύθηκε το θέμα του «clinical audit» το οποίο αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο για την ποιοτική λειτουργία των Υπηρεσιών Υγείας στην Ευρώπη καθώς και βασικό πυλώνα των μεταρρυθμίσεων του NHS στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Επίσης, συζητήθηκε το θέμα των κατευθυντηρίων οδηγιών («guidelines») μέσα στα ευρύτερα πλαίσια της τεκμηριωμένης Ιατρικής και παροχής Φροντίδας Υγείας («evidence based medicine-healthcare»), το οποίο μπορεί να προκαλέσει επανάσταση στην άσκηση της Ιατρικής μέσω της δημιουργίας επιστημονικά τεκμηριωμένων και σύγχρονων προτύπων και πρωτοκόλλων ιατρικής πρακτικής.

Αναλυτικά τέθηκαν και τα ζητήματα του εθελοντικού ή υποχρεωτικού χαρακτήρα της CME/CPD, η γενικότερη τάσης για θέσπιση υποχρεωτικής CME/CPD, αλλά και το κλίμα αναμονής για την προώθηση της CME/CPD ως συνέπεια της προγραμματικής συμφωνίας Πανελληνίου Ιατρικού Συλλόγου και UEMS για μοριοδότηση CME/CPD των ελληνικών Ιατρικών Εκδηλώσεων σε συνδυασμό με τις σχετικές εξαγγελίες του Υπουργού Υγείας κ. Ν. Κακλαμάνη. Βέβαια, επισημάνθηκε ότι ο υποχρεωτικός χαρακτήρας της CME θεσπίσθηκε με τον ιδρυτικό νόμο του ΕΣΥ, αν και ουδέποτε εφαρμόσθηκε. Τα θεσμικά αυτά θέματα της Ι.Ε. εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του ΚΕΣΥ. Για αυτό πρέπει να σημειώσουμε ότι όλοι οι φορείς χαιρέτησαν με ενδιαφέρον και διάθεση για ειλικρινή και δημιουργικό διάλογο τη δέσμευση του κ. Προέδρου του ΚΕΣΥ να επικαιροποιήσει και να προωθήσει άμεσα το Σχέδιο Νόμου «Λαμπίρη» του Ιανουαρίου 2004 για την Ι.Ε., περιλαμβάνοντας και τις κατάλληλες πρόνοιες για τη διασφάλιση της διαφάνειας, της αντικειμενικής αξιολόγησης και του αδιάβλητου των διαδικασιών της μεταπτυχιακής εκπαίδευσης των γιατρών.

Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσαν οι εξαιρετικές τοποθετήσεις των μη-ιατρών στη διεταιρική συζήτηση. Ο κ. Παππούς έδωσε το περίγραμμα των αρχών ποιοτικής λειτουργίας των υπηρεσιών υγείας συνδέοντας αυτές και με τις καινοτόμες ρυθμίσεις που εισάγει το υπό συζήτηση νομοσχέδιο, ιδίως αναφορικά προς το ΙΚΕΑΔΥ και το Ανοικτό Φόρουμ Υγείας. Ο κ. Υφαντόπουλος εμβάθυνε στη σημασία της επένδυσης στο ανθρώπινο δυναμικό της υγείας ως βασικού όρου τόσο για την επαγγελματική-επιστημονική εξέλιξη των γιατρών όσο και για την αποδοτική και αποτελεσματική λειτουργία των Υπηρεσιών Υγείας.

Προτάσεις προς συζήτηση

Η σύμπτωση μεταξύ των συμπερασμάτων της συζήτησης και των προνοιών του νομοσχεδίου είναι εξαιρετικά ενθαρρυντική. Οι προτάσεις που κατατίθενται κωδικοποιούν τα θέματα που ανέδειξε η συζήτηση, τις τοποθετήσεις των φορέων, τις ερωτήσεις των επώνυμων πανεπιστημιακών δασκάλων και νοσοκομειακών γιατρών, αλλά και αυτές των ανώνυμων γιατρών (λόγω της εντυπωσιακής προσέλευσης του κοινού, δηλωτικό και αυτό του έντονου ενδιαφέροντος της ιατρικής κοινότητας για την Ι.Ε.)

1. Η νομοθετική κατοχύρωση της υποχρεωτικής CME/CPD, μετά από έναν ευρύ κοινωνικό διάλογο για τις κατευθύνσεις, τους στόχους, τα κριτήρια και το συνολικό πλαίσιό της, αναδεικνύεται ως βασική αναγκαιότητα, καθώς και η έναρξη ενός διαλόγου για την αξιολόγηση και πιστοποίηση των Ιατρικών Εκδηλώσεων στα πλαίσια της προγραμματικής συμφωνίας ΠΙΣ-UEMS.

2. Το Ανοικτό Φόρουμ Υγείας αποτελεί σημαντική καινοτομία, την οποία με ιδιαίτερο ενδιαφέρον μελετούν οι Ιατρικές Εταιρείες με επικεφαλής την Ιατρική Εταιρεία Αθηνών, διότι δίδει το βήμα για σχολιασμό των μειζόνων θεμάτων και επιλογών στον τομέα υγείας. Βέβαια το γεγονός ότι πολλές σημαντικές επιλογές στο χώρο της Ι.Ε. παραμένουν στην ευθύνη του ΚΕΣΥ θέτει το ζήτημα της αντιπροσωπευτικότητάς του. Πιστεύουμε ότι είναι επιβεβλημένη η εντονότερη και ενεργητικότερη συμμετοχή των Εταιρειών στις δραστηριότητες του ΚΕΣΥ, πολλώ δε μάλλον αν ληφθεί υπόψη ότι οι Ιατρικές Εταιρείες οργανώνουν τη συντριπτική πλειοψηφία των Ιατρικών Εκπαιδευτικών Εκδηλώσεων, ενώ άμεσα ή έμμεσα είναι αρμόδιες για τα επαγγελματικά δικαιώματα στη συντριπτική πλειοψηφία των ειδικοτήτων (professional bodies/specialty boards). Ο ρόλος των επαγγελματικών οργανώσεων-Ιατρικών Εταιρειών στην Ι.Ε., αλλά και γενικότερα στις πολιτικές επιλογές για την Υγεία είναι καθιερωμένος στην Ε.Ε., γιατί λοιπόν όχι και στην Ελλάδα;

3. Το ΙΚΕΑΔΥ αποτελεί σημαντική καινοτομία και οφείλει να συντονίσει την προσπάθεια για ποιοτική βελτίωση του ανθρώπινου δυναμικού. Πρόταση των Ιατρικών Εταιρειών είναι να ληφθεί υπόψη το πρότυπο του NHSU (NHS University) και του NICE (National Institute for Clinical Excellence) της Βρετανίας, ώστε να συνδυασθεί η ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού με την ποιότητα των Υπηρεσιών Υγείας.

4. Οι καινοτομίες σχετικά με την εισαγωγή της Πληροφορικής στις Υπηρεσίες Υγείας είναι σημαντικό να συμβάλλουν στη δημιουργία Πραγματικού Ιατρικού Αρχείου (Registry) το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την ανάπτυξη του «clinical audit» και των «guidelines». Αλλά και σε θέματα:

  • Εκτίμησης αναγκών υγείας του πληθυσμού

  • Ορθολογικού σχεδιασμό των υπηρεσιών υγείας

  • Διαχρονικής παρακολούθησης των δραστηριοτήτων που αναπτύσσονται και αξιολόγησης των παρεχομένων υπηρεσιών

  • Μελέτης της φυσικής πορείας κοινών νοσημάτων και προαγωγής της επιδημιολογικής έρευνας 

Οι Ιατρικές Εταιρείες έχουν τη θέληση, αλλά και το δυναμικό για να συμβάλλουν στην κατεύθυνση αυτή, αφού πολλές Εταιρείες ήδη επεξεργάζονται και εκδίδουν «guidelines» ανά ειδικότητα, τα οποία έχουν εξαιρετική σημασία για την προτυποποίηση της ιατρικής φροντίδας.

    5. Τελευταίο, αλλά σημαντικότερο σημείο είναι η χρηματοδότηση της CME/CPD. Οι εθνικοί πόροι είναι δεδομένοι, οπότε χρειάζεται καλύτερη αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο μέσω του σχεδιαζόμενου ΙΚΕΑΔΥ. Από πολλούς στο συνέδριο επισημάνθηκε ότι το «αλισβερίσι» φαρμακευτικών εταιρειών και ιατρικών φορέων είναι υποτιμητικό για το γιατρό, επικίνδυνο για τη Δημόσια Υγεία, αλλά και διαλυτικό για το Σύστημα Υγείας. Προτάθηκε η επίσημη και κεντρικά σχεδιασμένη χρηματοδότηση των ιατροτεχνολογικών και φαρμακευτικών εταιρειών, αλλά φοβούμαστε ότι η υποδοχή αυτής της πρότασης από τα ΜΜΕ και το ευρύ κοινό μπορεί να είναι αρνητική. Ίσως θα πρέπει να κινητοποιηθούν οι πόροι, του πλουσιότατου κατά γενική ομολογία, ΤΣΑΥ, κατά το πρότυπο του ΤΣΜΕΔΕ, το οποίο χορηγεί χρήματα στις Πολυτεχνικές Σχολές για την εκπαίδευση των νέων Μηχανικών. Ο καθηγητής κ. Ι. Υφαντόπουλος διαθέτει κάποια σχετικά στοιχεία και μπορεί να συμβάλλει περισσότερο στη διασαφήνιση της πρότασης μας αυτής.

Τελευταία ανανέωση ( 29.10.06 )
 
< Προηγ.

Σχετικα Θεματα

Μικρα Νεα

Διαβάστε εδώ οδηγίες για υποβολή κειμένων στο Medtime