Πολιτική Υγείας
Συζητήσεις Πολιτικής Υγείας
Προκλήσεις καινοτομίες και μεταρρυθμίσεις στην ιατρική εκπαίδευση και έρευνα του 21ου αιώνα | Προκλήσεις καινοτομίες και μεταρρυθμίσεις στην ιατρική εκπαίδευση και έρευνα του 21ου αιώνα |
|
|
| Γράφει ο/η Μσάουελ Παύλος | |
| 02.10.06 | |
|
Κατεβάστε το πρόγραμμα της συζήτησης (360kb) κάνοντας κλικ εδώ. Εισαγωγή Η ένταξη των χωρών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην ΟΝΕ και η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας και της κοινωνίας έχουν επιφέρει ουσιαστικές αλλαγές στο σημερινό εργασιακό περιβάλλον, το οποίο πλέον χαρακτηρίζεται από δυναμικότητα, ανταγωνιστικότητα, αλλά και αστάθεια, αβεβαιότητα και αντιφατικότητα.
Μέσα σε ένα τόσο περίπλοκο και απαιτητικό περιβάλλον εργασίας κάθε χώρα καλείται να αναπτύξει το ανθρώπινο δυναμικό των επιμέρους κλάδων της στο πλαίσιο του ευρύτερου περιβάλλοντος στο οποίο ανήκει, αλλά και να αναδείξει τα δικά της συγκριτικά πλεονεκτήματα, ώστε να επιβιώσει στον ανταγωνισμό και να επιχειρήσει αυτό το οποίο αποκαλείται «ποιοτική επανάσταση». Η ιδιαιτερότητα του κλάδου της υγείας και επομένως η βαρύτητα που αποκτά ο προγραμματισμός της διαχείρισης και ανάπτυξης του ανθρώπινου δυναμικού έγκειται στην ιδιομορφία της απειλής της ασθένειας, στις ραγδαίες μεταβολές που σημειώνονται στα συστήματα υγείας, στις συχνές διαφοροποιήσεις που συνεπάγονται οι τεχνολογικές καινοτομίες, στο ότι οι διαθέσιμοι πόροι είναι σχετικά λίγοι και σπάνιοι, σε συνδυασμό με τη συνεχή αύξηση του κόστους των υπηρεσιών υγείας. Ως εκ τούτου τυχόν κακή διαχείριση των ανθρωπίνων πόρων του κλάδου της υγείας μπορεί να συμβάλλει στη μείωση της ποιότητας ζωής, καθώς και της κοινωνικής ευημερίας. Το ανθρώπινο δυναμικό στην Υγεία χαρακτηρίζεται από υψηλή εξειδίκευση και ένταση εργασίας. Ιδιαίτερα δε το ιατρικό δυναμικό, το οποίο διακονεί μία επιστήμη εξαιρετικά δυναμική και ραγδαία μεταβαλλόμενη. Η δια βίου μάθηση στις υγειονομικές επιστήμες και ιδιαιτέρως στην ιατρική επιστήμη αποτελεί μία από τις βασικότερες προϋποθέσεις για τη διασφάλιση υψηλού επιπέδου παροχής υπηρεσιών υγείας. Κατά γενική ομολογία η Ιατρική Εκπαίδευση (Ι.Ε.) είναι εξαιρετικά σημαντική για τους γιατρούς, αφού εγγυάται την επαγγελματική, επιστημονική και οικονομική εξέλιξή τους, αλλά ταυτόχρονα είναι ηθική και νομική υποχρέωση του ιατρικού σώματος. καθώς η αποτελεσματικότητά του έργου των ιατρών δεν αποτιμάται απλώς με αριθμούς αλλά με ανθρώπινες ζωές. Στην Ελλάδα το ιατρικό σώμα βιώνει συνθήκες ανεργίας, ηθικής και επαγγελματικής απαξίωσης. Με αφορμή τις παραπάνω σκέψεις και προβληματισμούς οργανώσαμε στο 32ο ΕΠΙΣ το συμπόσιο «Προκλήσεις, Καινοτομίες και Μεταρρυθμίσεις στην Ιατρική Εκπαίδευση και Έρευνα του 21ου αιώνα» το οποίο ως στόχο είχε την ψύχραιμη και ισορροπημένη προσέγγιση των συγχρόνων εξελίξεων στην Ι.Ε., τη σχέση της με τις νέες τεχνολογίες και τη δυνάμει προσφορά της στην ανάπτυξη της έρευνας και της καινοτομίας. Τα συμπεράσματα αυτής της συζήτησης παρουσιάζονται εδώ ως κατάθεση των σκέψεων και των απόψεων επιστημόνων, πανεπιστημιακών δασκάλων, πολιτικών και εκπροσώπων του ιατρο-φαρμακο-βιοτεχνολογικού κλάδου.
Βασικά σημεία της συζήτησης Η Στρατηγική της Λισσαβόνας υιοθετήθηκε από τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης το Μάρτιο του 2000 και προέκυψε από τη βούληση να δοθεί μία νέα ώθηση στις κοινοτικές πολιτικές με κυρίαρχο σύνθημα "μια κοινωνία βασισμένη στη γνώση". Αυτό το οποίο επιδιώκεται είναι ένας εκμοντερνισμός στην κοινωνική πρόνοια και στην εκπαίδευση με έμφαση στην ανανέωση και στην καινοτομία. Αναφορικά με τη διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού της υγείας στην Ελλάδα οι στόχοι της Στρατηγικής της Λισσαβόνας στην Υγεία επικεντρώνονται σε δύο θεματικούς άξονες:
Οι στόχοι αυτή συγκεκριμενοποιούνται:
Δυστυχώς, όπως επισήμανε ο κ. Παπαμίχος, σύμφωνα με τα αποτελέσματα όλων των διεθνών εκθέσεων η Ελλάδα κατατάσσεται είτε τελευταία, είτε μεταξύ των τεσσάρων τελευταίων μαζί με την Πορτογαλία, την Ιταλία και την Ισπανία ως προς όλες τις κατηγορίες-στόχους της Στρατηγικής της Λισσαβόνας. Επιπρόσθετα, παρά την ύπαρξη θεσμοθετημένου πλαισίου για την εκπαίδευση του ανθρώπινου δυναμικού στην υγεία και τη διαχείριση των τεραστίων κοινοτικών κονδυλίων η πραγματικότητα φανερώνει ένα περιβάλλον όπου γίνονται πρόχειρες εκτιμήσεις και εκπαιδευτικοί προγραμματισμοί, όπου υπάρχει ελλιπής συνεργασία μεταξύ των σχεδιαστών υγείας και των προαγωγών της παιδείας, ενώ δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου η εκπαίδευση γίνεται αντικείμενο χρυσοθηρίας από φορείς δημοσίους ή ιδιωτικούς. Ένα περιβάλλον όπου συντηρούνται αναχρονιστικοί θεσμοί όπως η λίστα αναμονής για την απόκτηση ειδικότητας, απουσία οποιασδήποτε κριτικής προσέγγισης της μεταπτυχιακής και συνεχιζόμενης Ιατρικής Εκπαίδευσης, της κατάρτισης και της συνεχιζόμενης εκπαίδευσης του προσωπικού. Δεν πρέπει επίσης να λησμονείται ότι μιλώντας για συνεχιζόμενη και μεταπτυχιακή εκπαίδευση αναφερόμαστε σε ένα πρόγραμμα εκπαίδευσης ενηλίκων σημαντικά διαφοροποιημένο από ένα πρόγραμμα προπτυχιακής εκπαίδευσης. Στην Ελλάδα η συνεχιζόμενη ιατρική εκπαίδευση χαρακτηρίζεται από απουσία μηχανισμών και θεσμών προσδιορισμού των αναγκών. Δηλαδή δεν είμαστε σε θέση να προσδιορίσουμε με ακρίβεια τι πρέπει να γνωρίζει σήμερα ένας ιατρός που έχει αποφοιτήσει από το Πανεπιστήμιο και ασκεί επί σειρά ετών την Ιατρική και ποιές ακριβώς είναι οι νέες προκλήσεις στην ειδικότητά του, ώστε να στοχοθετήσει ανάλογα τις μαθησιακές του ανάγκες. Πώς μπορεί λοιπόν να συνδυαστεί η εφαρμογή των προτύπων ποιότητας στην υγεία με την εκπαίδευση στο ανθρώπινο κεφάλαιο; Η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα, που δόθηκε κατά τη διάρκεια της συζήτησή μας, ήταν πως κάτι τέτοιο θα ήταν εφικτό με την ανάπτυξη συστημάτων πιστοποίησης των δεξιοτήτων και των γνώσεων του ανθρώπινου δυναμικού. Συζητήθηκε το θέμα των κατευθυντηρίων οδηγιών («guidelines») μέσα στα ευρύτερα πλαίσια της τεκμηριωμένης Ιατρικής και παροχής Φροντίδας Υγείας («evidence based medicine-healthcare»), το οποίο μπορεί να προκαλέσει επανάσταση στην άσκηση της Ιατρικής μέσω της δημιουργίας επιστημονικά τεκμηριωμένων και σύγχρονων προτύπων και πρωτοκόλλων ιατρικής πρακτικής. Αυτό που απαιτείται είναι η εισαγωγή της κριτικής σκέψης στον τρόπο που οι ιατροί ασκούν την πρακτική τους. Η συνεισφορά των ακαδημαϊκών φορέων και των ιατρικών εταιρειών μπορεί να είναι εξαιρετικά σημαντική σε αυτή τη, νέας αντίληψης, προσπάθεια Μάθησης του ιατρικού δυναμικού. Αναφορικά με την αξιολόγηση, ανατρέχοντας στον νομικό πλαίσιο του ΕΣΥ περί αξιολόγησης του ιατρικού και λοιπού ανθρώπινου δυναμικού στον τομέα της υγείας, μπορεί κανείς να διαπιστώσει ότι παρά την ύπαρξη αναφοράς σε θέματα αξιολόγησης, η αντιπαραβολή της θεωρίας με την πράξη αποκαλύπτει μια διαδικασία που είτε έχει αποσπασματικό είτε απλά επουσιώδη χαρακτήρα. Είναι αξιοσημείωτο ότι στον ιατρικό κλάδο απουσιάζει παντελώς και ως έννοια η κλινική αξιολόγηση (audit), πόσο μάλλον ως συνεχής διαδικασία στενά συνδεδεμένη με την καθημερινή ιατρική πράξη. Η αξιολόγηση αντιμετωπίζεται ως μια επουσιώδης (έως και επικίνδυνη) διαδικασία, καθώς δε συνδέεται με μακροπρόθεσμο πλάνο εκπαίδευσης και ανάπτυξης του ανθρώπινου δυναμικού. Η απουσία ενός ολοκληρωμένου και ενιαίου συστήματος αξιολόγησης και απόδοσης του ανθρώπινου δυναμικού της υγείας, η οποία να είναι αντικειμενικά μετρήσιμη με προκαθορισμένη στοχοθεσία και αποτελέσματα, λειτουργεί ως ανασταλτικός παράγοντας για την περαιτέρω ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού και ιδιαίτερα του ιατρικού, όπου η κλινική αξιολόγηση συνιστά θέμα ζωτικής σημασίας. Στα πλαίσια της συζήτησης για την ιατρική εκπαίδευση ο κ. Παππούς και ο κ. Κουτσούρης παρουσίασαν τις νέες δυνατότητες που προσφέρει η τεχνολογία στην συνεχιζόμενη εκπαίδευση (e-learning, από απόσταση δηλαδή εκπαίδευση είτε offline είτε προσέγγιση πραγματικού χρόνου) και στην φροντίδα υγείας (ηλεκτρονικός ιατρικός φάκελος και ηλεκτρονική διακυβέρνηση). Άμεσα συνυφασμένο με τα ζητήματα εκπαίδευσης, πιστοποίησης και ποιότητας του ιατρικού προσωπικού είναι το πρόβλημα του ιατρικού πληθωρισμού. Στην χώρα μας το πρόβλημα αυτό είναι έντονο, καθώς ο συνολικός αριθμός των ιατρών εν ενεργεία αγγίζει τις 60 χιλιάδες, δίχως να συνυπολογίζουμε άλλους 12 χιλιάδες που βρίσκονται στην ειδικότητα. Η συνολική ετήσια παραγωγή ιατρών από το εξωτερικό και το εσωτερικό ανέρχεται περίπου στις 2 με 2,5 χιλιάδες δεδομένης της υπερπαραγωγής πτυχιούχων από τις ελληνικές σχολές, καθώς το επάγγελμα του ιατρού παραμένει ακόμη ελκυστικό. Η ποιοτικά ανεξέλεγκτη εισαγωγή ιατρικού δυναμικού από χώρες της Ανατολικής κυρίως Ευρώπης επιτείνει περαιτέρω το πρόβλημα. Από την άλλη πλευρά ο αριθμός των ιατρών που συνταξιοδοτούνται ετησίως δεν υπερβαίνει κατά μέσο όρο τους 700. Αποτέλεσμα είναι οι μεγάλοι δείκτες ανεργίες, οι οποίοι εξωθούν τους ιατρούς στην αναζήτηση εργασίας εκτός του ΕΣΥ ή και εκτός Ιατρικής, προκειμένου να ανταπεξέλθουν στην ανάγκη για επιβίωση, καταλήγοντας σε πολλές περιπτώσεις χαμηλόμισθοι υπάλληλοι ιδιωτικών ασφαλιστικών οργανισμών, νοσοκομείων ή διαγνωστικών κέντρων ή ινστιτούτων αισθητικής. Και εδώ ερχόμαστε στο δεύτερο θεματικό άξονα της Στρατηγικής της Λισσαβόνας περί ανάπτυξης της έρευνας και της καινοτομίας η οποία θα μπορούσε να απασχολήσει ένα σημαντικό ποσοστό των νεότερων ιατρών. Οι νέοι γιατροί αποτελούν το δυναμικότερο κομμάτι του Ιατρικού Σώματος, αφού είναι εφοδιασμένοι με νέες και επίκαιρες γνώσεις, μετεκπαιδευτική εμπειρία και διάθεση για έρευνα. Παράλληλα, η ανάπτυξη της βιοϊατρικής δύναται να αποτελέσει κινητήρια δύναμη της οικονομικής ανάπτυξης, ενισχύοντας αφενός την επιστημονική βάση και αφετέρου την προσέλκυση περαιτέρω ιδιωτικών επενδύσεων στους τομείς της έρευνας και της ανάπτυξης. Τούτο μπορεί να έχει σημαντική απήχηση τόσο στην ποιότητα ζωής όσο και στην πρωτογενή οικονομική ανάπτυξη. Στις ΗΠΑ η επένδυση στη βιο-ιατρική έρευνα το 2005 ανήλθε σε 28 δις $, αλλά το όφελος της κοινωνίας μόνο από τη βελτίωση της ποιότητας ζωής και την επιμήκυνση του προσδόκιμου επιβίωσης υπολογίζεται ότι την ίδια χρονιά έφθασε τα 3,2 τρις $! Για την υλοποίηση αυτού του στόχου ιδιαίτερα χρήσιμη είναι η ενεργοποίηση των συμπράξεων ιδιωτικού-δημοσίου τομέα (ΣΔΙΤ) ως εναλλακτικού μέσου χρηματοδότησης, καθώς τα κοινοτικά κονδύλια μειώνονται. Μέσα από τη θεσμική κατοχύρωση των ΣΔΙΤ που προβλέπει το σχέδιο δράσης του Υπουργείου Υγείας, η ανάπτυξη του ιατροφαρμακευτικού και βιοτεχνολογικού κλάδου στην Ελλάδα μπορεί να επιτευχθεί μέσα από την εποικοδομητική συνεργασία φορέων όπως τα πανεπιστήμια, που παρέχουν επιστημονικό ερευνητικό δυναμικό και του ιδιωτικού τομέα που χρηματοδοτεί τις ερευνητικές προσπάθειες. Απαραίτητη επίσης είναι η αύξηση των πόρων για την έρευνα δεδομένου ότι ο στόχος της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι να προσεγγίσουν το 3% επί του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος (ΑΕΠ) ενώ στην Ελλάδα η επένδυση στην έρευνα και ανάπτυξη αποτελεί σήμερα μόλις το 0,6% του ΑΕΠ. Επίσης τέθηκε από τον κ. Κεραμάρη το ζήτημα περαιτέρω αλλαγών σε επίπεδο θεσμικού πλαισίου όσον αφορά για παράδειγμα τη συνεργασία ιατρικών σχολών-πολυτεχνείου σε συνδυασμό με νέες διεπιστημονικές συνεργασίες σε επίπεδο πανεπιστημιακών σχολών ή σε επίπεδο κοινών μεταπτυχιακών προγραμμάτων ή ακόμη και η ίδρυση νέων σχολών με νέα γνωστικά αντικείμενα σχετιζόμενα με την βιοϊατρική έρευνα και τεχνολογία. Συμπεράσματα - Προτάσεις προς συζήτηση Η συζήτηση αποτέλεσε την αρχή κάποιων προβληματισμών, που ενόψει του πλαισίου του Δ΄ Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης οφείλουν να μετουσιωθούν σε τεκμηριωμένες προτάσεις με βάση τις ανάγκες της Ελλάδος στο χώρο της υγείας, και αποτελεσματικές μέτρα τα οποία θα προκύψουν από το διάλογο της πολιτείας και συγκεκριμένα του Υπουργείου Υγείας με τις επαγγελματικές επιστημονικές κοινότητες. Απαραίτητο είναι να καταγραφούν ποιες είναι οι εκπαιδευτικές ανάγκες του ιατρικού κόσμου και ποιοι είναι οι φορείς οι οποίοι δύνανται να παρέχουν την εκπαίδευση αυτή. Οι ιατρικές επιστημονικές εταιρείες ως επιστημονικοί φορείς έχουν τη δυνατότητα και οφείλουν να συμβάλουν στην επίτευξη των εκπαιδευτικών στόχων όπως περιγράφονται και στην Στρατηγική της Λισσαβόνας. Όντας φορείς συνεχιζόμενης ιατρικής εκπαίδευσης οι ιατρικές εταιρείες θα πρέπει να έλθουν σε συνεννόηση με θεσμικά όργανα όπως ο ΕΟΦ, ο οποίος δίνει την άδεια χρηματοδότησης των ιατρικών εκδηλώσεων από τις φαρμακευτικές εταιρείες, ο Πανελλήνιος Ιατρικός Σύλλογος, ο οποίος παρέχει τα μόρια ιατρικής εκπαίδευσης στις εκδηλώσεις καθώς και το Κεντρικό Συμβούλιο Υγείας (ΚΕΣΥ), για την έκδοση από κοινού ενός δελτίου ιατρικής εκπαίδευσης. Για να γίνει αυτό απαραίτητος είναι ο προσδιορισμός των δραστηριοτήτων που αντιπροσωπεύουν και καλύπτουν τις πραγματικές εκπαιδευτικές ανάγκες του ιατρικού σώματος και επομένως θα πρέπει να μοριοδοτούνται. Οι προτάσεις των Ιατρικών Εταιρείων συμποσώνονται στα εξής: Α) Η ανάγκη στενότερης συνεργασίας Πολιτείας και Ιατρικών Εταιρειών, αλλά και των υπολοίπων φορέων μέσα από το Ανοικτό Φόρουμ Υγείας, αλλά και μέσω του βήματος του ετήσιου Πανελληνίου Ιατρικού Συνεδρίου. Β) Στο χώρο της Συνεχιζόμενης Ιατρικής Εκπαίδευσης οι Ιατρικές Εταιρείες διαθέτουν αξιόλογη εμπειρία (μέσω της οργάνωσης του 90% και πλέον των ιατρικών εκδηλώσεων), αλλά και κεντρικότατο θεσμικό ρόλο ως Professional Boards. Οι Ιατρικές Εταιρείες προτείνουν τη συνεργασία τους προς το ΙΚΕΑΔΥ με στόχο τη δημιουργία ενός πρότυπου ΚΕΚ (σε συνεργασία με δημόσιο φορέα π.χ. ΑΕΜΥ), το οποίο μπορεί να μετεξελιχθεί και σε φορέα ανάλογο των σχεδιαζόμενων Ινστιτούτων Δια Βίου Εκπαίδευσης (ΙΔΕ). Με αυτόν τον τρόπο μπορούν να προκύψουν απλές μετεκπαιδευτικές δράσεις επαγγελματικής κατάρτισης (τύπου ΚΕΚ) έως και χορήγηση μετεκπαιδευτικών τίτλων (τύπου Master) για την πιστοποίηση στις ιατρικές υπο-ειδικότητες. Γ) Οι Ιατρικές Εταιρείες μπορούν να συμβάλλουν ουσιαστικά στην πιστοποίηση της ποιότητας της κλινικής φροντίδας στις Υπηρεσίες Υγείας, κατά παραπλήσιο τρόπο προς εκείνο του ΕΚΕΒΥΛ στη βιο-τεχνολογική πιστοποίηση της ποιότητας των Υπηρεσιών Υγείας. Η παραγωγή των κατευθυντηρίων οδηγιών, των αλγορίθμων κλινικής απόφασης, η προώθηση της Τεκμηριωμένης Ιατρικής και η οργάνωση των clinical audits μπορεί να υποβοηθηθεί από τη λειτουργία του Ιδρύματος Ιατρικής Βιβλιοθήκης υπό την εποπτεία της Ιατρικής Εταιρείας Αθηνών. Δ) Η υψηλή προτεραιότητα στην κατάρτιση και την έρευνα στην Υγεία μέσω της Στρατηγικής της Λισσαβόνας πρέπει να αποτελέσει ύψιστη προτεραιότητα στη Δ΄ Προγραμματική Περίοδο. Σημαντικότατες πρωτοβουλίες στο χώρο ιδίως της βιο-ιατρικής έρευνας είναι αναγκαίες άμεσα για ΣΔΙΤ, στις οποίες οι Ιατρικές Εταιρείες μπορούν και θέλουν να συμβάλλουν πάντοτε σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο, αλλά και με τον παραγωγικό τομέα της Υγείας (Φαρμακοβιομηχανία, Βιο-ιατρική τεχνολογία). Ε) Όλοι οι εμπλεκόμενοι στη βιο-ιατρική έρευνα φορείς (Πανεπιστήμιο, Ιατρικές Εταιρείες, Φαρμακευτική Βιομηχανία, Εταιρείες Βιο-Ιατρικής τεχνολογίας και εξοπλισμού, Φορείς δια βίου Μάθησης) δεσμεύονται για τη συνεχή συνεργασία μεταξύ τους, αλλά και με οποιονδήποτε μπορεί να συμβάλλει εποικοδομητικά στην από κοινού προώθηση της βιο-ιατρικής έρευνας και εκπαίδευσης. Εν κατακλείδι οι επενδύσεις στη βιο-ιατρική έρευνα και κατάρτιση αποτελούν μέγιστη εθνική προτεραιότητα τόσο μέσω εθνικών πόρων όσο και μέσω του Δ΄ ΚΠΣ. Δύο κύριες προτάσεις των Ιατρικών Εταιρειών είναι οι εξής:
|
|
| Τελευταία ανανέωση ( 06.10.06 ) |
| < Προηγ. |
|---|
| Διαβάστε εδώ τα αποτελέσματα της πρόσφατης έρευνας της ΕΝΙΕΥ για την επαγγελματική εξουθένωση των ειδικευομένων ιατρών. |